Η παρουσία των Ελλήνων στον Πόντο χάνεται στους μυθικούς χρόνους της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ο Φρίξος, ο γιος της Νεφέλης και του βασιλιά του Ορχομενού, οδηγείται στον τόπο της θυσίας, όμως ένα χρυσόμαλλο κριάρι απεσταλμένο από τον Δία κατέρχεται από τους ουρανούς και ο Φρίξος με την αδερφή του την Έλλη ανεβαίνουν στη ράχη του και φεύγουν πετώντας για την Ανατολή. Πάνω από την θάλασσα η Έλλη ζαλίζεται, πέφτει και πνίγεται. Η θαλάσσια περιοχή που πνίγηκε η Έλλη ονομάσθηκε Ελλήσποντος δηλαδή πόντος = θάλασσα της Έλλης. Ο Φρίξος συνέχισε το ταξίδι του στον Εύξεινο Πόντο φθάνοντας στην Κολχίδα. Εκεί θυσίασε το κριάρι στον Δία και χάρισε το δέρμα του ζώου στον βασιλιά Αιήτη. Αργότερα ο Ιάσωνας, γιος του βασιλιά της Ιωλκού, Πελία, ξεκινά για την μακρινή Κολχίδα με στόχο να φέρει πίσω το χρυσόμαλλο δέρας και να κερδίσει τον θρόνο της Ιωλκού. Έτσι οργανώνεται μία εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν φημισμένοι ήρωες και βασιλείς της Ελλάδος όπως ο Ηρακλή, ο Θησέας, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Λαέρτης πατέρας του Οδυσσέα κ.ά. Οι ήρωες αυτοί ταξιδεύουν με την Αργώ και φτάνουν στην Κολχίδα μετά από πολλές περιπέτειες. Ο Ιάσων εκτελεί τους άθλους και με την βοήθεια της κόρης του Αιήτη την Μήδεια θα πάρει το χρυσόμαλλο δέρας. Οι μύθοι αυτοί εμπεριέχουν τις πρώτες ιστορικές αναφορές για το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την περιοχή, τις στρατιωτικές και εμπορικές τους βλέψεις. Οι Έλληνες ονόμασαν τα αφιλόξενα νερά του Άξενου Πόντου σε Εύξεινο δηλαδή φιλόξενο Πόντο. Πράγματι με την εγκατάσταση των Ελλήνων αποικιστών η περιοχή μεταβλήθηκε σε φιλόξενο Πόντο. 

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες στον Πόντο και την Μαύρη θάλασσα χρονολογούνται στα 800 π.Χ. από την κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα. Έτσι ελληνικά φύλλα όπως οι Αχαιοί και οι Ίωνες μεταναστεύουν και ιδρύουν την Ηράκλεια, τη Σινώπη, τα Κοτύωρα, την Κερασούντα, την Τραπεζούντα, την Αμισσό(Σαμψούντα), τη Φάσις, το Παντικάπαιον, την Ολβία, την Οδυσσό κ.ά. Η περιοχή είχε μεγάλο εμπορικό ενδιαφέρον για τους Έλληνες καθώς ήταν πηγή χρυσού,  αργύρου, σιδήρου, χαλκού, ξυλείας, μαλλιού και σιτηρών. Ο Πόντος αποτελούσε τον σιτοβολώνα της αρχαίας Ελλάδας και όποιος έλεγχε την περιοχή και τα στενά, είχε κυρίαρχη θέση στα ελληνικά πράγματα. Οι άποικοι του Πόντου διατηρούσαν τους πολιτιστικούς δεσμούς με την μητροπολιτική Ελλάδα και ανέπτυξαν  επαφές και ανταλλαγές με τους γηγενείς όπως οι Χάλυβες, Χαλδαίοι, Σκηθυνοί, στους οποίους μετέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό. Όλες αυτές οι ελληνικές πόλεις και οι γηγενείς λαοί είχαν επαφές και συναλλαγές δεν απέκτησαν όμως πολιτική ενότητα. 

Στους κλασικούς χρόνους ο Πόντος συνδέθηκε με την κάθοδο των Μυρίων. Ο ιστορικός Ξενοφών μας περιγράφει τη δύσκολη πορεία της επιστροφής των Ελλήνων που πολέμησαν στο πλευρό του Κύρου μέσα από τα βουνά του Κουρδιστάν και της Δυτικής Αρμενίας για να φτάσουν στον Φάση ποταμό και στα παράλια του Πόντου και να αναφωνήσουν το περίφημο ¨θάλαττα! θάλαττα!!¨(400/399 π.Χ.). Οι ελληνικές πόλεις του Πόντου δέχτηκαν τους Μυρίους τους έδωσαν τρόφιμα και πλοία για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ο Πόντος αποτελούσε περσική σατραπεία, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους ιδρύθηκε το βασίλειον του Πόντου από τον Μιθριδάτη. Το κράτος του Πόντου υπό τους Μιθριδάτες ευνόησε την διάδοση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού και την επαφή των Ελλήνων με τους γηγενής ώστε να δημιουργηθεί ένα συμπαγές κράτος. Στους Ρωμαϊκούς  χρόνους οι Μιθριδάτες πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής απειλής ώσπου ο Πομπήιος νίκησε κατά κράτος και έτσι καταλύεται το βασίλειο του Πόντου και καθίσταται ρωμαϊκή επαρχία. 

Στους χρόνους του Διοκλητιανού ο Πόντος διαιρείται σε τρεις επαρχίες, τον Διόσποντο με πρωτεύουσα την Αμάσεια, τον Πόντο Πολεμωνιακό με πρωτεύουσα τη Νεοκαισάρεια, και την Μικρά Αρμενία με πρωτεύουσα  την Σεβάστεια. Η διοικητική αυτή διαίρεση θα διατηρηθεί ως τα χρόνια του Ιουστινιανού που διαιρεί την αυτοκρατορία σε μεγάλες περιφέρειες (θέματα). Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες απέδιδαν μεγάλη στρατηγική σημασία στον Πόντος καθώς ευρισκόταν στα Ανατολικά σύνορα του κράτους και αποτελούσε το ανάχωμα κάθε εχθρικής εξ ανατολών επιδρομή, Περσών, Αράβων, Τούρκων. Οι πόλεις του Πόντου οχυρώνονται με τείχη, περίφημα είναι αυτά της Τραπεζούντας. Με τους αγώνες υπεράσπισης των συνόρων της αυτοκρατορίας συνδέονται οι περίφημοι ακρίτες , τα πολεμικά κατορθώματα των οποίων  αποτέλεσαν πηγή υπερηφάνειας και έμπνευσης των ακριτικών τραγουδιών μεγάλο μέρος των οποίων συνδέεται με τον Πόντο. Επί Ιουστινιανού και στους επόμενους χρόνους θα ακμάσουν πόλεις του Πόντου ως διοικητικά, εκκλησιαστικά, στρατιωτικά και εμπορικά κέντρα. Η Τραπεζούντα, η πρωτεύουσα του θέματος της Χαλδίας, η Κερασούντα, η Τρίπολη, τα Κοτύωρα, η Σινώπη, η Νικόπολη, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, είναι μερικές από τις σημαντικότερες πόλεις του Πόντου την βυζαντινή εποχή. 

Ο χριστιανισμός θα διαδοθεί πολύ νωρίς στον Πόντο. Πρώτος κήρυκας του Ευαγγελίου στην περιοχή του Πόντου φέρεται ο Απόστολος  Ανδρέας. Στα χρόνια των φοβερών διωγμών του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού ο ποντιακός χριστιανισμός προσέφερε στην εκκλησία πλήθος μαρτύρων της πίστεως με γνωστότερους τον Άγιο Ευγένιο πολιούχο της Τραπεζούντας και τους Αγίους Σαράντα μάρτυρες της Σεβάστειας. Με την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημη θρησκεία του κράτους από τον Μέγα Κωνσταντίνο η εκκλησία μπορεί ανεμπόδιστα να οργανωθεί και να αναπτυχθεί. Τα βουνά του Πόντου προσφέρουν τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του μοναχισμού. Στον Πόντο μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Περίφημα μοναστήρια, κέντρα θρησκευτικής και πνευματικής ζωής ιδρύονται μεταξύ αυτών της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου γνωστό και ως Μονή Βαζελώνος κ.ά. Η περιοχή του Πόντου ανέδειξε μεγάλες πατερικές μορφές της εκκλησίας όπως ο Γρηγόριος Νεοκαισάρειας και ο Άγιος Αθανάσιος ο ΑΘωνίτης ιδρυτής του αγιορίτικου μοναχισμού που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 930. Την ακτινοβολία του ποντιακού χριστιανισμού και την σημαντική του προσφορά στην εκκλησία μαρτυρούν οι περίφημες μονές και οι αναρίθμητοι ναοί που κόσμησαν και καθαγίασαν την περιοχή του Πόντου. Ιδίως η Τραπεζούντα μπορούσε να καυχηθεί για τους μεγαλοπρεπής ναούς της. Ο μητροπολιτικός ναός της Τραπεζούντας ήταν η Παναγία η Χρυσοκέφαλη, ονομάστηκε έτσι διότι η εικόνα της Παναγίας είχε την κεφαλή της από χρυσές ψηφίδες. Σε αυτών γίνονταν οι στέψεις, οι γάμοι, οι βαφτίσεις, κηδείες αυτοκρατόρων, οι ενθρονίσεις μητροπολιτών, επίσημες δοξολογίες για νίκες κατά των βαρβάρων. Η περίφημη μονή της Παναγίας Σουμελά στο όρος Μελά ήταν για αιώνες το θρησκευτικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού με πνευματική αλλά και οικονομική επιρροή καθώς τα προνόμια των Πατριαρχών, των αυτοκρατόρων και των Σουλτάνων της επέτρεψαν να διατηρεί μετόχια και κτήματα, εργαστήρια, νερόμυλους, αποθήκες. Το θρησκευτικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού έσβησε το 1923 όταν οι τελευταίοι μοναχοί το εγκατέλειψαν για να σωθούν. Τα πολύτιμα χειρόγραφα και βιβλία της μονής μεταφέρθηκαν από τους Τούρκους στο μουσείο της Άγκυρας. Την καταστροφή και την ερήμωση ολοκλήρωσε η πυρκαγιά του 1930. Ωστόσο ακόμα και σήμερα κάτοικοι της περιοχής αλλά και Έλληνες από την Ελλάδα πηγαίνουν προσκυνητές στην ερειπωμένη  Μονή. Η Παναγία Σουμελά βρήκε νέο καταφύγιο στο όρος Βέρμιο της Βέροιας όπου φιλοξενεί την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. 

Την πολιτιστική ανάπτυξη και οικονομική ευημερία ήρθε να ανακόψει η οθωμανική κατάκτηση έτσι ο Πόντος μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό εισήλθε στην μακραίωνη και σκληρή περίοδο της Τουρκοκρατίας με πολλές διώξεις, περιορισμούς, μετατροπή ναών σε τζαμιά, εκτοπισμούς. Στις δύσκολες περιόδους της δουλείας, οι Πόντιοι με την καθοδήγηση και  πνευματική στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατόρθωσαν να διατηρήσουν την πίστη και την γλώσσα. 

Με την έκρηξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 οι Τούρκοι με τη συνεργασία των Γερμανών συμμάχων εφαρμόζουν πρόγραμμα γενοκτονίας κατά των χριστιανών Αρμενίων και Ελλήνων του Πόντου και της Μ.Ασίας. Με συγκεκριμένα διοικητικά και στρατιωτικά μέτρα πλήττουν τους Ποντίους, τους απαγορεύουν την ελεύθερη εξάσκηση επαγγέλματος, κηρύσσουν γενική επιστράτευση των ανδρών στα διαβόητα τάγματα εργασίας, εκτοπίζουν πληθυσμούς, λεηλατούν χωριά, καταστρέφουν περιουσίες, σφάζουν και ατιμάζουν τους κατοίκους τους. Σύμφωνα με έκθεση των ελληνικών προξενικών αρχών το 1915 ¨οι εκτοπιζόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι χωρίς τροφή και νερό δαρμένοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν φονεύονταν καθ’οδόν, στο τέλος του ταξιδιού εξαντλημένοι, έπεφταν στα χέρια των Τούρκων κατοίκων που τους αποτελείωναν¨. Για να ξεφύγουν από τη μανία των Τούρκων, Έλληνες και Αρμένιοι καταφεύγουν στη ρωσική επικράτεια στην περιοχή του Καύκασου. Με τη λήξη του πολέμου και παρά τις διακυρήξεις των νικητών για αυτοδιάθεση, ανεξαρτησία και σεβασμό των εθνοτήτων και των μειονοτήτων, η κατάσταση για τους Έλληνες του Πόντου δεν βελτιώθηκε. Το ρώσικο κράτος είχε καταρρεύσει, οι δυτικές συμμαχίες διέβλεπαν στην υποστήριξη των Νεότουρκων και ο Κεμάλ με εντολή των δυτικών αποβιβάζεται το 1918 στη Σαμψούντα για να διασφαλίσει την τάξη στην περιοχή, στην πραγματικότητα όμως για να ολοκληρώσει το έργο της γενοκτονίας των Ποντίων.  

Κατά τη διάρκεια των διπλωματικών διαπραγματεύσεων για τον εδαφικό διαμελισμό της ηττημένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι Πόντιοι πρότειναν στον Ελευθέριο Βενιζέλο να προσαρτηθεί ο Πόντος στο ελληνικό κράτος. Μάλιστα είχαν ετοιμάσει και σχετικό υπόμνημα συνοδευόμενο από εθνολογικούς και γεωγραφικούς χάρτες περί δημιουργίας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου σύμφωνα με την αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών . Ο Βενιζέλος όμως απέρριψε την πρόταση αυτή διότι οι απομακρυσμένες περιοχές του Πόντου δεν θα μπορούσαν να προστατευθούν αποτελεσματικά από τον ελληνικό στρατό. Αντιπρότεινε όμως ένα άλλο σχέδιο πιο ρεαλιστικό και εφικτό τη σύσταση ομοσπονδιακού κράτους ΠοντίωνΑρμενίων. Το σχέδιο όμως δεν προχώρησε καθώς οι εξελίξεις από το μέτωπο της Μ.Ασίας και της Ανατολίας όπου προήλαυνε ο ελληνικός στρατός ήταν δυσοίωνες. Με την υποχώρηση του ελληνικού στρατού (1922) η κατάσταση για τους Πόντιους επιδεινώθηκε και ο Κεμάλ απερίσπαστος πλέον στράφηκε εναντίων τους με σφαγές, λεηλασίες και κάψιμο χωριών. Οι Πόντιοι για να αυτοπροστατευθούν οργάνωσαν ένοπλα αντάρτικα σώματα στα βουνά ωστόσο ήταν ανήμποροι μπροστά στις δυνάμεις του Κεμάλ που είχαν τη στήριξη των Δυτικών με όπλα και με χρήματα. Η τρομοκρατία, οι εκτοπισμοί, τα τάγματα εργασίας, οι πυρπολήσεις των ποντιακών χωριών, οι κρεμάλες, οι βιασμοί, οι δολοφονίες, τα έκτακτα δικαστήρια που καταδίκαζαν και εκτελούσαν αδιακρίτως την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού, ερήμωσαν πληθυσμιακά την περιοχή. Παντού υπήρχαν άταφα πτώματα ανδρών, γυναικών, παιδιών, ακρωτηριασμένα και ακέφαλα αποκαίδια και χαλάσματα. 

Με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης (1923) που προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών άρχισε μια νέα περιπέτεια για τους Ποντίους, ο δρόμος της προσφυγιάς. Περίπου 400.000 Ποντίων μετακινήθηκαν από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας στην Ελλάδα στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης για να εγκατασταθούν σε προσφυγικούς καταυλισμούς μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Αλλά με τον ερχομό τους στην Ελλάδα έφεραν μαζί τους τα όσια και τα ιερά της φυλής μας, τις εικόνες, τα λείψανα των αγίων, την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της γης του Πόντου. Κατόρθωσαν σταδιακά να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, με την εργατικότητά τους και την εμπειρία τους στο εμπόριο, συνέβαλλαν στην ανάπτυξη και την πρόοδο της Ελλάδας. Με πολλή ευγνωμοσύνη αναγνωρίζουμε την προσφορά τους και ευλαβικά τιμούμε τις 353.000 ψυχές των θυμάτων της ποντιακής γενοκτονίας. Σε ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης από τις 24 Φεβρουαρίου 1994 καθιερώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων η 19η Μαίου επισήμως ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου